Το Μπούκου τα ‘σπασε!

Η Φαίη Κοκκινοπούλου πλάθει μία ιστορία βγαλμένη από την 10η Εντολή (no pun intended) με ύφος, όμως, καυστικό, ειρωνικό, κυνικό και οργισμένο που σε κάνει να χαμογελάς κουνώντας το κεφάλι και λίγες λέξεις πιο κάτω να ανατριχιάζεις σύγκορμος. Όντας παιδί της επαρχίας, αν και δεν είχα ποτέ ανάλογη περίπτωση στο περιβάλλον μου, είδα στο βιβλίο πολλά γνωστά και λαμπρά χαρακτηριστικά της. Νοοτροπίες που, αν το καλοσκεφτεί κανείς δεν διαφέρουν από εκείνες της πόλης. Αυτό που αλλάζει στην ουσία είναι οι τρόποι με τους οποίους εκδηλώνονται και πολλές φορές ούτε και αυτοί. Εξάλλου, ακόμα και η πιο μεγάλη πόλη δεν είναι παρά ενα μεγάλο χωριό.

Η συγγραφέας θα μπορούσε, με την ιδέα που είχε στα χέρια της, να ακολουθήσει την πεπατημένη και να φτιάξει ακόμα ένα κοινωνικο-αστυνομικό έργο ως είθισται στα μέρη μας (ονόματα δε λέμε). Αντίθετα, επέλεξε να χαράξει τη δική της, χαρακτηριστική πορεία και να βάλει το προσωπικό της στίγμα που φαίνεται ότι βγήκε από την καρδιά της. Και πολύ καλά έκανε! Βέβαια, αυτό δεν ήταν χωρίς ρίσκο καθώς έπρεπε να κρατήσει την ισορροπία μεταξύ χιούμορ και σοβαρότητας χωρίς να παρασυρθεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν υπερβάλλω καθόλου όταν λέω ότι ανταπεξήλθε άψογα στην πρόκληση. Φυσικά, δεν μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός, καθώς το συγκεκριμένο ύφος και χιούμορ είναι ακριβώς αυτό που ταιριάζει στα γούστα μου. Επίσης, η εξέλιξη της ιστορίας μέσα από τα μάτια τεσσάρων διαφορετικών χαρακτήρων (αγαπημένος εκ των οποίων μάλλον η Ευαγγελία) είναι όχι μόνο ευρηματική, αλλά και άψογα εκτελεσμένη. Κάτι αρνητικό; Ειλικρινά δεν ξέρω. Αν πρέπει κάτι να πω και αυτό δεν είναι σφάλμα της συγγραφέως, είναι ότι το τόσο χαρακτηριστικό ύφος για το οποίο παραληρώ τόση ώρα δεν καθρεφτίζεται καθόλου στην περιγραφή του οπισθόφυλλου, πράγμα που είναι λίγο παραπλανητικό. Αλλά… Να ‘χαμε να λέγαμε.

Με λίγα λόγια, έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος. Το Μπούκου με κέρδισε από το εναρκτήριο «Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος του Θεού, δηλαδή παπάς. Η μάνα μου ήταν η γυναίκα του ανθρώπου του Θεού, δηλαδή παπαδιά» μέχρι τη λυτρωτικά εκρηκτική σκηνή του τέλους και την κατακλείδα «Στο ραδιόφωνο έπαιζε Τρύπες. Όλα είναι δρόμος». Μπορεί η κριτική μου να μοιάζει επηρεασμένη ή μη αντικειμενική, όμως δεν είναι, πιστέψτε με. Αλλά και να μην με πιστέψετε, δεν θα ιδρώσω. Το σημαντικό είναι ότι μόλις διάβασα ένα καταπληκτικό βιβλίο. Cheers!