«Μπουκου» ειναι ενα πολυφωνικο μυθιστορημα στο οποιο η ιστορια εξελισσεται μεσα απο τις διηγησεις τεσσαρων διαφορετικων προσωπων: της Δεσποινας, η οποια ειναι και το κεντρικο προσωπο-το θυμα, του πατερα της Νεκταριου, ο οποιος μονο πατερας δε μπορει να χαρακτηριστει, της μητερας της Ζωης, ενος αβουλου πλασματος με στοιχειωδη υπαρξη νοημοσυνης και τελος της αδερφης της Ευαγγελιας, ενος πλασματος αντισυμβατικου, δυναμικου και θαρραλεου. Εχω ιδιαιτερη αδυναμια στα πολυφωνικα μυθιστορηματα, καθως τα βρισκω πιο ενδιαφεροντα και πιο «πλουσια». Επιπλεον, το καυστικο χιουμορ το οποιο κυριαρχει στις αφηγησεις της Δεσποινας μου αρεσε εξισου, πχ: «Στο προσωπο ηταν μαλλον ασχημη, με στομα αχειλο και ματια μικρα, αλλα ειχε κληρονομησει πολλα λεφτα απο τον μπαμπα της, οποτε ηταν ομορφη». Αυτο που καπως με ξενισε ειναι πως η Δεσποινα αφηγειται την πιο οδυνηρη εμπειρια της ζωης της αποστασιοποιημενη, λες και οτι συνεβη, συνεβη σε καποιον αλλο. Επισης, με ξενισε καποιες φορες και η γλωσσα του «δρομου» την οποια χρησιμοποιει για να εκφραστει και δεν ειμαι απολυτα σιγουρη για το κατα ποσο τα γεγονοτα και η πορεια που πηρε η ζωη της στη συνεχεια μπορουν να δικαιολογησουν τον τροπο με τον οποιο μιλαει και συμπεριφερεται, ωστε αυτος να μη χαρακτηριστει προβλεψιμος κι αναμενομενος. Ακομη, αυτο που δε μπορω να χωνεψω ειναι πως η οικογενεια και ολο το χωριο απεκρυψαν τα γεγονοτα για να μην παει φυλακη ο πατερας-τερας και στη συνεχεια οι κορες εζησαν μαζι του λες και δε συνεβη ποτε η αποτροπαια πραξη του. Επρεπε να συμβει παλι κατι φρικτο, μια ακομη βιαιοπραγια εις βαρος ενος αλλου ανυπερασπιστου πλασματος, για να πυροδοτηθει η αντιδραση της μεγαλης αδερφης μετα απο ολα αυτα τα χρονια. Μεχρι τωρα δεν υπηρχε καμια αντιδραση και τα κοριτσια της οικογενειας εμοιαζαν να συνεχιζουν τη ζωη τους εχοντας ξεχασει ή δειχνοντας να μη νοιαζονται. Καποιες πραξεις ορισμενων χαρακτηρων μαλλον δε δικαιολογουνται.
Αντιθετα, το κομματι στο οποιο αφηγειται η Ευαγγελια αποτελει μια ηχηρη απαντηση εναντια στο ρατσισμο, την ομοφοβια και τη διαφορετικοτητα. Κι αυτο την καθιστα ιδιαιτερα συμπαθη στα ματια του αναγνωστη.
Τελος, δε μου ταιριαξαν πολυ με το υφος του βιβλιου και την ατμοσφαιρα μεσα στην οποια ηθελε να με βαλει η συγγραφεας οι συνεχεις παρομοιωσεις τυπου: σαν τη Λορα στο μικρο σπιτι στο λιβαδι, σαν θηλυκος Ιντιανα Τζοουνς, σαν τον Τζο Φρειζερ, κλπ, κλπ.
Με λιγα λογια, προκειται για μια ιστορια που διαβαζεται μια κι εξω, μια ιστορια που ουσιαστικα τη «ρουφαει» κανεις. Μου θυμισε λιγο το «Η αγαπη αργησε μια μερα» οσον αφορα στο γεγονος πως κι εκει καταδεικνυεται η υποκρισια της «αγιας» ελληνικης οικογενειας. Υπαρχουν σημεια που εμεινα με το στομα ανοιχτο, που ηθελα να γυρισω το κεφαλι μου απο την αλλη, ωστε να μην «κοιταξω» αυτο που θα συμβει και που δακρυσα. Η αναγνωση του ξυπναει εντονα συναισθηματα, τουλαχιστον σε εμενα αυτο συνεβη.»